ΡΩΣΙΑ / Η ιστορικής σημασίας ομιλία τού Προέδρου τής Ρωσικής Ομοσπονδίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, στο ετήσιο φόρουμ τής Λέσχης Βαλντάι. [Στα Ελληνικά και στα Αγγλικά].

 


Ομιλία τού Προέδρου 

τής Ρωσικής Ομοσπονδίας, 

Βλαντιμίρ Πούτιν, 

στο ετήσιο φόρουμ τής Λέσχης Βαλντάι.

 

Πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν: Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί συνάδελφοι.

 

Όπως συνηθίζεται, συγκεντρωθήκαμε στο ετήσιο φόρουμ της Λέσχης Συζητήσεων «Βαλντάι» (Valdai) για να συζητήσουμε τα πιο επείγοντα παγκόσμια ζητήματα.

 

Πάντα επιδιώκαμε όχι μόνο να διαγνώσουμε την κατάσταση του κόσμου, αλλά και να σκιαγραφήσουμε τη νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων που αναδύεται.

 

Είμαι πεπεισμένος ότι η πνευματική κληρονομιά της Λέσχης και ο πολυετής, άμεσος και ειλικρινής διάλογος θα αξιοποιηθούν οπωσδήποτε όταν όλοι εμείς – Ανατολή και Δύση, Βορράς και Νότος – θα χρειαστεί, αργά ή γρήγορα, να συμφωνήσουμε στις αρχές διαμόρφωσης μιας νέας παγκόσμιας τάξης, ικανής να διασφαλίσει την πρόοδο και την ανάπτυξη της ανθρωπότητας για τις επόμενες δεκαετίες.

 

Δυστυχώς, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με διαφορετικά καθήκοντα: πιο επείγοντα και οξέα. Παρόλο που ο συντονιστής αναφέρθηκε στην ανάγκη να ηρεμήσουν τα πνεύματα, αυτά τα οξέα προβλήματα δεν έχουν εξαφανιστεί.

 


Οι ανησυχητικές τάσεις που παρατηρούμε στη διεθνή σκηνή μας αναγκάζουν να σκεφτούμε, πρωτίστως, όχι το πώς θα οργανώσουμε τη μελλοντική παγκόσμια συνεργασία με πιο συνετό, αποτελεσματικό και δίκαιο τρόπο – αν και όλα αυτά είναι, φυσικά, ζωτικής σημασίας – αλλά το πώς θα διαφυλάξουμε την παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια εδώ και τώρα, σε μια εποχή που πολλοί καθιερωμένοι νομικοί κανόνες έχουν παραμεριστεί και νέοι δεν έχουν ακόμη αναδυθεί.

 

Τι πρέπει να γίνει για να αποτραπούν τα πιο καταστροφικά σενάρια; Η ευθύνη για το κοινό μας μέλλον είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό, αφηρημένο σύνθημα. Συνεπάγεται μια σειρά πρακτικών μέτρων που αποσκοπούν στο να αποτρέψουν την ώθηση της ανθρωπότητας στα όρια της επιβίωσης και να αποφευχθούν ανεπανόρθωτες συνέπειες.

 

Ο κόσμος έχει φτάσει σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής στην πορεία της ανάπτυξής του. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στην πολιτική· η πολιτική, όπως πάντα, αποτελεί απόρροια βαθιών αλλαγών. Συντελούνται μετασχηματισμοί σε κάθε τομέα: από σχεδόν όλους τους κλάδους της τεχνολογίας έως τις κοινωνικές δομές των κοινωνιών μας· από το κλίμα έως την ιατρική· από τη στρατιωτική επιστήμη έως τη βιοηθική· από το μέλλον της ενέργειας έως τις δημογραφικές μεταβολές· και από την καθολική ψηφιοποίηση και την τεχνητή νοημοσύνη έως εντελώς νέα μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης. Ο κατάλογος είναι μακρύς. Συνδυαστικά, αυτοί οι παράγοντες δημιουργούν τις προϋποθέσεις για έναν θεμελιώδη μετασχηματισμό. Δεν μπορούμε ακόμη να αξιολογήσουμε πλήρως ή να ερμηνεύσουμε οριστικά όλες τις συνθήκες και τις συνέπειες αυτής της μεταβολής, έστω και μόνο επειδή οι αλλαγές αυτές εξελίσσονται ταυτόχρονα και ο αντίκτυπός τους στις κοινωνίες και τα κράτη είναι αντιφατικός. Θα επανέλθω όμως σε αυτό αργότερα.

 

Η κλίμακα των αλλαγών που έχουν ήδη συντελεστεί, καθώς και εκείνων που πρόκειται να ακολουθήσουν, είναι πράγματι τεράστια. Φαίνεται να το αντιλαμβανόμαστε αυτό – όπως μαρτυρούν οι πολυάριθμες συζητήσεις για το μέλλον, οι οποίες συχνά διακατέχονται από άγχος λόγω της αβεβαιότητας και του απρόβλεπτου χαρακτήρα των εξελίξεων – ωστόσο η ανθρωπότητα δεν έχει ακόμη κατανοήσει πλήρως το πραγματικό μέγεθος της πρόκλησης που αντιμετωπίζει. Εισερχόμαστε σε μια εντελώς νέα και πρωτόγνωρη πραγματικότητα. Οι απειλές και οι κίνδυνοι είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με ευκαιρίες και προοπτικές· δεν μπορούν να διαχωριστούν μεταξύ τους. Ολόκληρος ο τρόπος ζωής μας αλλάζει.

 

Επαναλαμβάνω ότι δεν πρόκειται μόνο, ούτε κυρίως, για μεταβολές στην ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων ή για την ανακατανομή της οικονομικής και τεχνολογικής επιρροής. Όλα αυτά είναι, βεβαίως, σημαντικά και πράγματι συμβαίνουν. Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία, ωστόσο, είναι ότι οι αλλαγές αυτές επηρεάζουν τη βιολογική και ηθική φύση του ανθρώπου, αγγίζουν τον πυρήνα της ύπαρξής μας και επιδρούν στον τρόπο ζωής μας καθώς και στα θεμέλια της κοσμοθεωρίας μας. Η τεχνολογία ανοίγει, κυριολεκτικά, εντυπωσιακές προοπτικές για την επιμήκυνση της διάρκειας ζωής και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Ωστόσο, ταυτόχρονα, ανεβάζει σε πρωτόγνωρα επίπεδα τις πιθανότητες καταστροφής ολόκληρης της ανθρωπότητας, είτε ως αποτέλεσμα στρατιωτικών συγκρούσεων, είτε λόγω της ραγδαίας υποβάθμισης του περιβάλλοντος, είτε εξαιτίας της απώλειας ελέγχου επί τεχνολογικών διαδικασιών που έχουν ήδη τεθεί σε κίνηση.

 

Είναι σαφές ότι μια τέτοια ατμόσφαιρα δεν μπορεί παρά να εντείνει το άγχος στους ανθρώπους και τις κοινωνίες, καθώς και να προκαλέσει αύξηση των εσωτερικών εντάσεων που πηγάζουν από την αβεβαιότητα και την έλλειψη κατανόησης για το τι μας επιφυλάσσει το αύριο. Μία από τις συνέπειες είναι η εσωτερική πολιτική «αναταραχή» σε πολλές χώρες, ιδίως καθώς τα παραδοσιακά κομματικά συστήματα αποτυγχάνουν όλο και περισσότερο να αντικατοπτρίσουν τις ραγδαία μεταβαλλόμενες κοινωνικές δομές. Για κάθε κράτος, ανεξάρτητα από το πόσο καλά οργανωμένο είναι ή σε ποιες πολιτισμικές και ιστορικές παραδόσεις βασίζεται, η εσωτερική σταθερότητα – και νομίζω ότι θα συμφωνήσετε – είναι πάντα πιο σημαντική από οτιδήποτε άλλο. Για τη διαφύλαξή της, οι κυβερνήσεις ενδέχεται να προβούν σε ένα ευρύ φάσμα ενεργειών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που επηρεάζουν την κατάσταση πέρα ​​από τα σύνορά τους – σε γειτονικές χώρες, περιφέρειες, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Με άλλα λόγια, ενδέχεται –δυστυχώς– να εξάγουν αστάθεια, η οποία απλώς επιτείνει και κλιμακώνει τις εντάσεις και –αν μου επιτρέπεται η έκφραση– αυξάνει περαιτέρω τη συνολική πίεση στο διεθνές περιβάλλον.

 

Όποιο σενάριο κι αν διαμορφωθεί παγκοσμίως τα επόμενα χρόνια, οι διεθνείς συγκρούσεις, δυστυχώς, είναι πιθανό να συνεχιστούν. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι οι βαθιές ανακατατάξεις που βρίσκονται σε εξέλιξη —και οι ευκαιρίες που αυτές δημιουργούν— τροφοδοτούν και ενθαρρύνουν φιλοδοξίες καθώς και τη διάθεση ανάληψης ρίσκων για χάρη ενός ενδεχόμενου μεγάλου οφέλους. Μακάρι να έκανα λάθος σε αυτή την εκτίμηση, αλλά οι διαρκείς τάσεις που παρατηρούμε, δυστυχώς, υποδεικνύουν το αντίθετο.

 

Παραμένουμε ωστόσο πεπεισμένοι ότι, μακροπρόθεσμα, καθώς ο κόσμος απομακρύνεται από τη δυτική ηγεμονία, η διεθνής κατάσταση θα βελτιωθεί σταδιακά, οδηγώντας σε μια πιο σταθερή, δημοκρατική και ελεύθερη πολυπολική διεθνή τάξη πραγμάτων. Είναι εξίσου σαφές, πάντως, ότι στην πορεία προς μια τέτοια διεθνή τάξη, τα κράτη, οι κοινότητες και κάθε άτομο ξεχωριστά θα έρθουν αντιμέτωποι με διάφορους κινδύνους. Αυτό είναι αναπόφευκτο σε περιόδους βαθιών αλλαγών. Γι' αυτόν τον λόγο, η ελαχιστοποίηση των κινδύνων σε κάθε επίπεδο —από το παγκόσμιο έως το ατομικό— αποτελεί σήμερα το κρίσιμο καθήκον για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, τους ηγέτες του επιχειρηματικού κόσμου και τις κορυφαίες προσωπικότητες της επιστήμης και της δημόσιας ζωής. Πολλά εξαρτώνται από αυτούς τους ανθρώπους. Η ευθύνη συνεπάγεται επίσης την παροχή βοήθειας ώστε οι πολίτες να κατανοήσουν αυτούς τους κινδύνους και να προετοιμαστούν για αυτούς, διασφαλίζοντας ότι τα άτομα και οι οικογένειες δεν θα αφεθούν μόνα τους να αντιμετωπίσουν προβλήματα που αφορούν την ασφάλεια, τις μεταβολές στην αγορά εργασίας ή το ψηφιακό περιβάλλον, για να αναφέρουμε μερικά παραδείγματα.

 

Τι έχει μεγαλύτερη σημασία στις μέρες μας: η σύνεση και η ορθή κρίση, ώστε να αποφύγουμε να παρασυρθούμε από έναν χείμαρρο ανεξέλεγκτων αλλαγών, ή η υιοθέτηση μιας δυναμικής στάσης για την υπέρβαση δυσμενών σεναρίων και την αξιοποίηση των υφιστάμενων συνθηκών προς όφελος των αναγκών μας; Δεν υπάρχει μονοσήμαντη απάντηση σε αυτό το ερώτημα, καθώς κάθε περίπτωση απαιτεί τη δική της προσέγγιση ορθολογικής συμπεριφοράς.

 

Φυσικά, όσοι λαμβάνουν αποφάσεις επιδιώκουν να προσαρμοστούν στα τεκταινόμενα γύρω μας. Ωστόσο, εν μέσω της λεγόμενης «πολυκρίσης» —η οποία είναι καθολική και πανταχού παρούσα— δυσκολεύονται να υπερβούν τις καθημερινές διοικητικές προκλήσεις και τις πιεστικές προθεσμίες, ώστε να υιοθετήσουν μια προοπτική που κοιτάζει πέρα ​​από την κρίση αυτή. Το βάρος της ευθύνης είναι τεράστιο και τα λάθη θα έχουν ολέθριες συνέπειες, ακόμη και για το μέλλον. Οι άμεσοι στόχοι τείνουν να θέτουν στο περιθώριο τους στρατηγικούς στόχους. Αν και αυτό είναι προφανώς κατανοητό, ενέχει ταυτόχρονα εξαιρετικά μεγάλους κινδύνους. Η αντιμετώπιση πολλών από τις υφιστάμενες προκλήσεις θα ήταν αδύνατη χωρίς να ληφθεί υπόψη ο τρόπος με τον οποίο οι τρέχουσες ενέργειές μας θα επηρεάσουν το μέλλον μας. Όπως έλεγε ένας γνωστός κλασικός στοχαστής της ρωσικής πολιτικής σκέψης, πρέπει να μπορεί κανείς να βλέπει το δάσος και όχι μόνο τα δέντρα.

 

Ποια είναι, λοιπόν, η συνολική κατάσταση; Είναι προφανές ότι οι μηχανισμοί εξισορρόπησης μεταξύ κρατικών συμφερόντων και δράσεων, όπως διαμορφώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, αδυνατούν να επιτελέσουν πλήρως και αποτελεσματικά τον ρυθμιστικό τους ρόλο. Όχι επειδή είναι ανεπαρκείς, αλλά επειδή οι συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκαν έχουν πλέον αλλάξει. Φυσικά, η νέα πραγματικότητα που αναδύεται θα συμβάλει στην ανάπτυξη νέων εργαλείων, αλλά πρόκειται για μια χρονοβόρα διαδικασία. Ας είμαστε ειλικρινείς: σήμερα, ορισμένοι διεθνείς οργανισμοί συχνά αποτυγχάνουν να μετριάσουν τους κινδύνους, ενώ ενίοτε τους δημιουργούν ή τους πυροδοτούν, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα μιας μεμονωμένης χώρας ή μιας ομάδας εθνών. Ωστόσο, οι δομές αυτές είχαν σχεδιαστεί για να εξυπηρετούν έναν διαφορετικό σκοπό.

 

Έχουν διατυπωθεί επικριτικές απόψεις που στρέφονται και κατά των Ηνωμένων Εθνών, ενός θεμελιώδους οργανισμού. Σύμφωνα με τον Καταστατικό του Χάρτη, ο οργανισμός οφείλει να λειτουργεί ως κεντρικός μηχανισμός συντονισμού στις διεθνείς υποθέσεις. Βεβαίως, η κριτική αυτή δεν είναι πάντα αντικειμενική, ωστόσο υπάρχουν βάσιμες ενστάσεις. Σε κάποιο βαθμό, αυτές πηγάζουν από το γεγονός ότι τα Ηνωμένα Έθνη —παρόλο που αποτελούν τον πλέον αντιπροσωπευτικό διεθνή οργανισμό— υστερούν ως προς την τήρηση των συλλογικών και δημοκρατικών αρχών στη διαχείρισή τους, σε σύγκριση με τον αρχικό τους σχεδιασμό. Μια περιορισμένη ομάδα δυτικών χωρών ασκεί δυσανάλογα μεγάλη επιρροή. Αντιπροσωπεύουν, από κάθε άποψη, μια παγκόσμια μειοψηφία, επιδιώκοντας παράλληλα να οικειοποιηθούν διοικητικές αρμοδιότητες. Και καθώς η επιρροή αυτών των χωρών φθίνει, παραχωρώντας τη θέση της σε μια ολοένα και πιο ανεξάρτητη και με αυτοπεποίθηση παγκόσμια πλειοψηφία, η έλλειψη ισορροπίας εντός του συστήματος του ΟΗΕ καθίσταται όλο και πιο εμφανής. Πρόκειται για ένα ζήτημα που αφορά το σύστημα στο σύνολό του και δεν μπορεί να επιλυθεί άμεσα.

 

Η Ρωσία εξακολουθεί να υποστηρίζει την ιδέα μιας δίκαιης μεταρρύθμισης των Ηνωμένων Εθνών, ωστόσο μια τέτοια μεταρρύθμιση είναι αδύνατη χωρίς εσωτερική συναίνεση, η οποία είναι δύσκολο να επιτευχθεί σήμερα. Επιτρέψτε μου να επαναλάβω ότι τασσόμαστε σταθερά υπέρ μιας δομής του ΟΗΕ που να αντικατοπτρίζει πλήρως την ποικιλομορφία του κόσμου, με χώρες από την Ασία, την Αφρική, τη Λατινική Αμερική και τη Μέση Ανατολή να διαδραματίζουν πολύ πιο σημαντικό ρόλο στον Οργανισμό. Παράλληλα, είναι κρίσιμο να αναγνωρίσουμε ότι η μεταρρύθμιση του ΟΗΕ συνεπάγεται πολύ περισσότερα από την απλή διεύρυνση του Συμβουλίου Ασφαλείας ή τη λήψη άλλων μέτρων για την επίτευξη πιο ισορροπημένης γεωγραφικής εκπροσώπησης στα διεθνή διοικητικά όργανα. Περιλαμβάνει επίσης τον επαναπροσδιορισμό της ουσίας του Οργανισμού και των προτεραιοτήτων του –συμπεριλαμβανομένων των μελλοντικών–, ιδίως δεδομένου ότι οι παγκόσμιες αλλαγές δημιουργούν μια σειρά νέων διλημμάτων που απλώς δεν υπήρχαν στο παρελθόν.

 

Το πιο προφανές παράδειγμα είναι η τεχνητή νοημοσύνη – κάτι με το οποίο πρέπει όλοι να μάθουμε να ζούμε και να εργαζόμαστε. Πώς θα επηρεάσει η ραγδαία ανάπτυξή της την πνευματική ικανότητα της ανθρωπότητας ή την πνευματική και πολιτιστική της κληρονομιά; Δεν είναι τυχαίο ότι συζητείται η έννοια της «συνειδητής ψηφιοποίησης». Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να επιτρέψουμε την ανεξέλεγκτη ενσωμάτωση τέτοιων τεχνολογιών σε τομείς που υπήρξαν ανέκαθεν ζωτικής σημασίας και ευαίσθητοι για την ηθική ανάπτυξη του ανθρώπου. Πράγματι, οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιπτώσεις της εξάπλωσης της τεχνητής νοημοσύνης εξετάζονται πλέον ακόμη πιο προσεκτικά και διεξοδικά από ό,τι οι τεχνικές ή οικονομικές της πτυχές. Οι ειδικοί εκφράζουν όλο και συχνότερα την ανησυχία ότι η διάδοση της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να αποτελέσει άλλη μια προσπάθεια εξομοίωσης των πάντων σε έναν κοινό παρονομαστή, αφαιρώντας την ατομικότητα – αυτή τη φορά μέσω αλγορίθμων που διαμορφώνονται από άλλους. Ένας τέτοιος ψηφιακός ολοκληρωτισμός θα οδηγούσε σε αδιέξοδο και θα ήταν εξίσου ζοφερός και απάνθρωπος με τις ολοκληρωτικές κοινωνίες του παρελθόντος, τις οποίες όλοι γνωρίζουμε καλά.

 

Υπάρχει ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα, το οποίο είναι ήδη επίκαιρο και θα γίνει ακόμη πιο οξύ στο άμεσο μέλλον: πώς μπορούν τα κράτη που υφίστανται ολοένα και ευρύτερη ψηφιοποίηση να διασφαλίσουν την κυριαρχία τους σε αυτόν τον τομέα; Με άλλα λόγια, πώς μπορούν να προστατεύσουν την ασφάλεια και τη διακριτή τους ταυτότητα χωρίς να απομονωθούν από την παγκόσμια πρόοδο ή να μείνουν πίσω στην τεχνολογική ανάπτυξη; Ένας ακόμη τομέας στον οποίο η επιστήμη και η τεχνολογία αλλάζουν ριζικά τον κόσμο είναι η ικανότητα του ανθρώπου να παρεμβαίνει βαθιά σε αυτό που παλαιότερα θεωρούνταν πεδίο του Δημιουργού: γενετικές αλλαγές στο σώμα, διαμόρφωση της προσωπικότητας, προγραμματισμός της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ακόμη και της ίδιας της σκέψης. Είναι απαραίτητο να συνδυαστούν οι προσπάθειες χωρών και κοινοτήτων, ώστε να εργαστούν από κοινού για την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών λύσεων σε αυτά τα εξαιρετικά ευαίσθητα και καθοριστικά ζητήματα, τα οποία άπτονται της ίδιας της ύπαρξής μας.

 

Θα ήταν λογικό το έργο αυτό να επιτελεστεί εντός των υφιστάμενων διεθνών πλαισίων. Ωστόσο, πολλοί από αυτούς τους οργανισμούς –όπως έχω ήδη επισημάνει– τελούν υπό την υπερβολική επιρροή δυτικών χωρών, οι οποίες δεν ενδιαφέρονται για την παγκόσμια πρόοδο, παρά μόνο για τη διατήρηση της δικής τους ισχύος. Οι θεσμοί που λειτούργησαν αποτελεσματικά μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο δεν αντικατοπτρίζουν πλέον την πραγματικότητα του δεύτερου τετάρτου του τρέχοντος αιώνα. Είναι άραγε δυνατή η επιτυχής μεταρρύθμισή τους, ώστε να εναρμονιστούν με τα σύγχρονα δεδομένα; ​​Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό.

 

Παράλληλα, αναδύονται νέες διεθνείς κοινότητες, ως απόρροια της τρέχουσας διεθνούς συγκυρίας. Αναμφίβολα, διαθέτουν μεγάλες προοπτικές, είτε πρόκειται για περιφερειακές ενώσεις είτε για παγκόσμιες δομές όπως οι BRICS. Πρέπει, ωστόσο, να αναγνωριστεί ότι έχουν ακόμη πολύ δρόμο να διανύσουν για να καθορίσουν τη λειτουργικότητά τους, τα βέλτιστα πεδία εφαρμογής της και τα όρια των δυνατοτήτων τους. Φυσικά, δεν είναι ρεαλιστικό να αναμένουμε ότι σχετικά νέοι οργανισμοί θα αναδιαμορφώσουν άμεσα την παγκόσμια τάξη πραγμάτων και θα οικοδομήσουν μια πολυπολική αρχιτεκτονική· πρόκειται για μια μακρά και δύσβατη πορεία, γεμάτη άγνωστες παραμέτρους, η οποία όμως αναμφίβολα θα αποφέρει καρπούς.

 

Σημαίνει αυτό ότι είμαστε πλέον καταδικασμένοι στο χάος; Όχι, είναι βέβαια πρόωρο να προβούμε σε μια τέτοια εκτίμηση. Σε γενικές γραμμές, ένας κόσμος που διέπεται από σαφώς καθορισμένους κανόνες και τους θεσμούς που τους διασφαλίζουν –ένας κόσμος δηλαδή που χαρακτηρίζεται από τάξη– αποτελεί πρόσφατο δημιούργημα, το οποίο εμφανίστηκε μόλις τον περασμένο αιώνα. Όλοι οι προηγούμενοι αιώνες πορεύτηκαν χωρίς αυτόν. Όπως γνωρίζουμε, τα αποτελέσματα ήταν, για να το θέσουμε ήπια, μικτά: η αλαζονεία, ο φθόνος και η απληστία αποτελούσαν ανέκαθεν μάστιγα για την παγκόσμια πολιτική σκηνή και εξακολουθούν να υφίστανται και σήμερα. Παρ' όλα αυτά, οι υπεύθυνες δυνάμεις ανέκαθεν ανταγωνίζονταν η μία την άλλη με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αλλά παράλληλα συνεργάζονταν για τη διαμόρφωση πλαισίων σχέσεων —τόσο μεταξύ τους όσο και με μικρότερα κράτη— και, σε γενικές γραμμές, επιδίωκαν πάντα τη διατήρηση της σταθερότητας.

 

Μέσα στη συνεχιζόμενη κρίση των θεσμών και τη διάβρωση του διεθνούς δικαίου, οι μεγάλες δυνάμεις φέρουν τεράστια ευθύνη, ανάλογη των τεράστιων δυνατοτήτων τους. Τέτοια κράτη έχουν τη δυνατότητα να αναλάβουν δράσεις που μπορούν να αναστρέψουν τις παγκόσμιες τάσεις, είτε προς την κατεύθυνση της επίτευξης μεγαλύτερης προβλεψιμότητας και ασφάλειας είτε, αντίθετα, προς την κατεύθυνση της όξυνσης όλων των υφιστάμενων προβλημάτων. Αυτή η δυνατότητα πολλαπλασιάζεται από τις καινοτόμες τεχνολογίες που προανέφερα. Είναι σαφές ότι το μέλλον του κόσμου και του κάθε ατόμου εξαρτάται από το πόσο αποτελεσματικά διαχειριζόμαστε τους κινδύνους κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ραγδαίων αλλαγών.

 

Η απουσία παγκοσμίως αναγνωρισμένων κανόνων και μιας κοινής αντίληψης για την αρχή της ίσης και αδιαίρετης ασφάλειας —ή η πλήρης κατάργηση αυτής της αρχής— ενθαρρύνει συχνά την εγωιστική συμπεριφορά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτή μετατρέπεται σε επιθετικές προσπάθειες εξασφάλισης μονομερών πλεονεκτημάτων, επιτείνει τη σύγχυση και την εκμεταλλεύεται για την προώθηση ιδίων συμφερόντων. Η διεθνής πολιτική προσφέρει παραδείγματα αυτού σχεδόν καθημερινά. Παραβιάζεται κάθε νοητό και αδιανόητο ταμπού. Δεν θα αναφερθώ σε αυτά τώρα. Πιστεύω ότι όλοι σε αυτή την αίθουσα κατανοούν απόλυτα για τι πράγμα μιλάω. Είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι ένα τόσο σύνθετο ζήτημα όσο οι διεθνείς σχέσεις απαιτεί, ωστόσο, σύνεση και προσήλωση όχι μόνο στους θεσπισμένους νόμους αλλά και —όπως λένε οι νομικοί— στο εθιμικό δίκαιο, δηλαδή όχι μόνο στο γράμμα αλλά και στο πνεύμα του νόμου, καθώς και στην καθιερωμένη και παγκοσμίως αναγνωρισμένη πρακτική.

 

Οι ηθικοί περιορισμοί και τα βασικά πρότυπα ευπρέπειας εξακολουθούν να έχουν σημασία, διότι ο σεβασμός τους δημιουργεί τουλάχιστον την πιθανότητα διατήρησης κάποιου είδους διαλόγου. Αντιθέτως, η συστηματική αθέτηση δεσμεύσεων, η εξαπάτηση, η μετατροπή της επικοινωνίας σε φάρσα και κάθε ουσιαστικής συζήτησης σε άσκηση προπαγάνδας, καθώς και η κατάφωρη διακωμώδηση και διαστρέβλωση των γεγονότων χάριν πρόσκαιρων κερδών, καταστρέφουν τα ίδια τα θεμέλια της διεθνούς συνύπαρξης.

 

Μια τέτοια προσέγγιση —αν μου επιτρέπετε τη φράση— στη διαχείριση των διεθνών υποθέσεων είναι κοντόφθαλμη και επικίνδυνη. Ένα προσωρινό κέρδος που επιτυγχάνεται με αυτόν τον τρόπο μπορεί να μετατραπεί σε μακροπρόθεσμες οπισθοδρομήσεις και, κυρίως, να επιδεινώσει την κατάσταση για όλους, καθώς η διασυνδεσιμότητα του κόσμου είναι πραγματικότητα και δεν πρόκειται να εκλείψει. Η αρχή ότι «το δίκαιο το επιβάλλει η ισχύς» φαίνεται ενίοτε να καθοδηγεί ορισμένους διεθνείς δρώντες, οι οποίοι είναι πεπεισμένοι για τη δική τους στρατιωτικο-πολιτική, οικονομική και —κατά την άποψή τους— ηθική εξαιρετικότητα. Γνωρίζουμε πολύ καλά από την ιστορία ότι αυτό δεν έχει ποτέ καλό τέλος. Επιτρέψτε μου να παρεκκλίνω για λίγο από το κύριο θέμα. Υπάρχουν άνθρωποι εδώ, σε αυτή την αίθουσα, που έχουν ένα πολύ ποικίλο φάσμα απόψεων σχετικά με μια εξαιρετικά οξεία σύγκρουση της εποχής μας – τη σύγκρουση στην Ουκρανία και τα αίτιά της. Θα ήθελα να πω λίγα λόγια γι' αυτό το ζήτημα. Είναι γεγονός ότι εκατοντάδες ή και χιλιάδες ειδικοί –συνάδελφοί σας που θα μελετήσουν το υλικό αυτής της συνάντησης της Λέσχης Βαλντάι– έχουν τις δικές τους απόψεις για το θέμα. Γνωρίζω, φυσικά, ότι ορισμένοι στους κόλπους της κοινότητας των ειδικών μπορεί να αναρωτηθούν γιατί η Ρωσία ξεκίνησε τον πόλεμο ενώ μιλούσε για ειρήνη. Έχω σχολιάσει αυτό το ζήτημα πολλές φορές ήδη, αλλά επιτρέψτε μου να το επαναλάβω για άλλη μια φορά ενώπιον αυτού του ακροατηρίου.

 

Πού βρίσκεται η αλήθεια; Η αλήθεια είναι ότι εμείς δεν θέλαμε και δεν ήμασταν εκείνοι που ξεκίνησαν τις εχθροπραξίες. Στην πραγματικότητα, εκείνοι άρχισαν να πολεμούν εναντίον μας. Θα έπρεπε να είχαν αποφύγει να ενθαρρύνουν τον επιθετικό εθνικισμό και τη ρωσοφοβία στην Ουκρανία, μετατρέποντάς την σε εργαλείο για τον αγώνα κατά της Ρωσίας. Το ΝΑΤΟ δεν θα έπρεπε να είχε επιχειρήσει να εντάξει τα ιστορικά μας εδάφη στον στρατιωτικό του χώρο για την εξυπηρέτηση των δικών του συμφερόντων, ούτε να είχε σχεδιάσει την εγκατάσταση βάσεων εκεί. Δεν θα έπρεπε να είχαν ωθηθεί οι ριζοσπάστες στο Κίεβο σε πραξικόπημα, ούτε να είχε κατακλυστεί το de facto παράνομο καθεστώς με κάθε είδους επιθετικά όπλα στη συνέχεια. Δεν θα έπρεπε να είχαν καταρτιστεί σχέδια για τη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης για τους κατοίκους του Ντονμπάς και της Κριμαίας. Δεν θα έπρεπε άοπλοι άνθρωποι να έχουν συνθλιβεί από τανκς, να έχουν δεχθεί πυραυλικές επιθέσεις και βομβαρδισμούς από αέρος και να έχουν καεί ζωντανοί, μόνο και μόνο επειδή ήταν Ρώσοι – τόσο ως προς την εθνοτική τους καταγωγή όσο και ως προς το πνεύμα τους.

 

Ο κατάλογος αυτών των ενεργειών που δεν έπρεπε να είχαν συμβεί είναι μακρύς, αλλά ας σταματήσω εδώ. Είμαι πεπεισμένος ότι επρόκειτο για μια σκόπιμη προσπάθεια να περιέλθει η Ρωσία σε μια κατάσταση όπου αναγκάστηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό της με τα όπλα στο χέρι, απαντώντας σε αυτή την προφανή πράξη επιθετικότητας. Μας ώθησαν σε αυτό το χείλος του γκρεμού εν γνώσει τους και σκόπιμα. Σε τελική ανάλυση, η ρωσοφοβία, η καταπίεση και η θανάτωση Ρώσων και η καταστροφή της Ρωσίας δεν θα έπρεπε να μετατρέπονται σε κρατική ιδεολογία, παράλληλα με την επιδίωξη να επιφερθεί στρατηγική ήττα στη Ρωσία. Έτσι ακριβώς διατυπώθηκαν όλα αυτά, σωστά; Κανείς δεν το ξέχασε αυτό. Τουλάχιστον, δεν το ξεχάσαμε αυτό.

 

Αν θέλουμε να ζήσουμε – και ποιος δεν το θέλει; – όπως έχω ήδη δηλώσει σε μία από τις δημόσιες εμφανίσεις μου, ας ζήσουμε με φιλία και ας συνεργαστούμε για να βρούμε τρόπους επίτευξης αυτού του στόχου. Φυσικά, η οικοδόμηση εμπιστοσύνης είναι μια επίπονη και εύθραυστη διαδικασία. Είναι πολύ δύσκολο να μπει στη σωστή τροχιά, ενώ μπορεί να εκτροχιαστεί πολύ εύκολα.

 

Τα συμφέροντα δεν συμπίπτουν ποτέ απόλυτα, ακόμη και μεταξύ των στενότερων εταίρων, πόσο μάλλον μεταξύ χωρών που είναι αντίπαλοι και εμπλέκονται σε έναν ολοκληρωτικό ανταγωνισμό ή ακόμη και σε αντιπαράθεση μεταξύ τους.

 

Αργά ή γρήγορα, η διεθνής κατάσταση και το διεθνές σύστημα θα καταλήξουν σε κάποια μορφή σταθερής ισορροπίας. Πρόκειται αναμφίβολα για μια σύνθετη, πολυδιάστατη και πολυεπίπεδη διαδικασία, η οποία βασίζεται σε αμοιβαίους συμβιβασμούς, στη διάθεση για εξεύρεση κοινού εδάφους και στην ψύχραιμη εκτίμηση της κατάστασης – συμπεριλαμβανομένης της πλευράς της Δύσης. Η πρώην ηγεμονική δύναμη θα αναγκαστεί αναπόφευκτα να αναγνωρίσει την πραγματικότητα ενός πολυπολικού κόσμου – αρκεί να κοιτάξει κανείς τις τάσεις που διαμορφώνουν την παγκόσμια οικονομία – και να μάθει να συνεργάζεται με τις χώρες της «Παγκόσμιας Πλειοψηφίας» με βάση τον σεβασμό στα θεμελιώδη συμφέροντά τους. Φυσικά, αυτό θα πάρει χρόνο. Θα κληθούμε να ζήσουμε σε έναν εξαιρετικά ασταθή και διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Η πορεία προς ένα νέο σύστημα θα είναι γεμάτη απρόσμενες ανατροπές και εξελίξεις· δυστυχώς, συχνά δυσάρεστες ή ακόμη και επικίνδυνες.

 

Θα ήθελα να αναφερθώ στην ιστορία της χώρας μας. Η Ρωσία διένυσε μια δύσβατη πορεία βαθιάς μεταμόρφωσης, και η διαδικασία αυτή βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Πριν από τριάντα πέντε χρόνια, βιώσαμε την κατάρρευση του κρατικού συστήματος, γεγονός που αποτέλεσε πραγματική τραγωδία για δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους, οι οποίοι ξύπνησαν ένα πρωί και βρέθηκαν εκτός των συνόρων της ίδιας τους της χώρας, ενώ οι ζωές τους – και οι ζωές των παιδιών τους – άλλαξαν από τη μια στιγμή στην άλλη. Τόσο στη Ρωσία όσο και στις γειτονικές χώρες, αυτό οδήγησε σε μια θεμελιώδη μεταμόρφωση, ενώ παράλληλα μετασχηματίστηκαν και οι διεθνείς σχέσεις.

 

Θα ήθελα επίσης να επισημάνω μια ορισμένη αφέλεια, έναν ιδεαλισμό ή ίσως και εφησυχασμό εκ μέρους εκείνων που βρίσκονταν στο τιμόνι του κράτους κατά τα τελευταία χρόνια της σοβιετικής εποχής. Η τυφλή εμπιστοσύνη στους δυτικούς εταίρους και η πίστη στις «συμφωνίες κυρίων» —όταν νόμιζαν ότι μπορούσαν απλώς να βασιστούν στον λόγο κάποιου και να καταλήξουν σε συμφωνία— έπαιξαν επίσης ένα σκληρό παιχνίδι εις βάρος της Σοβιετικής Ένωσης.

 

Εκ των υστέρων, καθίσταται σαφές πόσο καταστροφικό ρόλο διαδραμάτισε αυτό, όχι μόνο για την τύχη της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης παγκόσμιας σταθερότητας. Οι Σοβιετικοί ηγέτες επιθυμούσαν να είναι αρεστοί στη Δύση, ενώ οι δυτικοί ηγέτες επεδίωκαν να αναδιαμορφώσουν τον κόσμο σύμφωνα με τις ανάγκες τους και να αποκομίσουν το μερίδιό τους —κατά προτίμηση μεγάλο— από τη σοβιετική κληρονομιά. Το αποτέλεσμα είναι πλέον ορατό.

 

Η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε λόγω ενός συνδυασμού εσωτερικών ανισορροπιών. Αυτή είναι η σημαντικότερη πτυχή του ζητήματος. Αυτή είναι η αλήθεια και αυτό συνέβη στην πραγματικότητα. Πιο συγκεκριμένα, έπαιξαν ρόλο οι εσωτερικές ανισορροπίες καθώς και τα λάθη που διέπραξαν διαδοχικές γενιές της ηγεσίας της χώρας. Η έλλειψη διορατικότητας, τα στενόμυαλα και μη ρεαλιστικά ιδεολογικά δόγματα αντί του ρεαλισμού, η ανικανότητα και η πρακτική της απόκρυψης προφανών προβλημάτων επιδείνωσαν και υπονόμευσαν σταδιακά τη θέση της Σοβιετικής Ένωσης στο εσωτερικό και το διεθνές στερέωμα. Τελικά, αυτοί οι παράγοντες οδήγησαν στην κατάρρευσή της.

 

Όσα συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο —οι τρέχουσες συγκρούσεις και οι αναταράξεις— πηγάζουν σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι οι πολιτικοί του τέλους του 20ού αιώνα, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, δεν είχαν τη διάθεση, την προετοιμασία ή την ικανότητα να αντιμετωπίσουν την εποχή των μεγάλων αλλαγών με τη δέουσα σοβαρότητα και εμβάθυνση. Δεν πρόκειται για προσπάθεια μετατόπισης της ευθύνης στους ηγέτες του παρελθόντος· έτσι ακριβώς εξελίχθηκαν τα πράγματα στην πραγματικότητα.

 

Ωστόσο, ακόμη και εκείνη την περίοδο, υπήρχαν άνθρωποι —τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, πολιτικοί διαφορετικής κοπής— που είχαν κατανοήσει σε βάθος αυτές τις προκλήσεις και πρότειναν τρόπους επίλυσης τους, οι οποίοι, κατά τη γνώμη μου, ήταν οι ορθοί. Σήμερα, οι εκτιμήσεις τους μπορούν να χαρακτηριστούν οραματικές.

 

Γνωρίζετε ότι έχω αναφερθεί στο παρελθόν στον Egon Bahr, πολιτικό από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Ήταν μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος.

 

Θα μοιραστώ μαζί σας μερικές σκέψεις. Εξεπλάγην ιδιαίτερα όταν έμαθα για τις επαφές του με τη σοβιετική ηγεσία, τόσο στη Βόννη όσο και στη Μόσχα. Αυτό που με εξέπληξε ήταν ο βαθμός στον οποίο το άτομο αυτό είχε κατακτήσει το αντικείμενο, καθώς και η ευφυΐα και η ικανότητά του.

 

Επιτρέψτε μου να μοιραστώ ορισμένα από όσα είπε τον Ιούνιο και τον Φεβρουάριο του 1990. Όπως όλοι αντιλαμβανόμαστε, επρόκειτο για μια περίοδο ριζικών αλλαγών για την Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο.

 

Η κύρια ανησυχία του Bahr ήταν η απειλή μιας παρατεταμένης αντιπαράθεσης στην Ευρώπη μετά την επανένωση της Γερμανίας, και συγκεκριμένα —παραθέτω τα λόγια του— από τη στιγμή που «εκείνοι οι κύκλοι εντός του ΝΑΤΟ, οι οποίοι δεν επιθυμούσαν καθόλου να ακολουθήσουν τον δρόμο της πανευρωπαϊκής συνεργασίας και του τερματισμού της αντιπαράθεσης», θα ενίσχυαν τις θέσεις και την επιρροή τους. Αυτά είπε. Μπορούσε ήδη να διακρίνει τότε την ύπαρξη τέτοιων δυνάμεων. Ήταν σε θέση να το γνωρίζει καλά, έτσι δεν είναι; Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών του 1990, ο Egon Bahr δήλωσε —και ακολουθεί άλλη μια παράθεση— τα εξής: «Χωρίς ένα αποφασιστικό βήμα για την υπέρβαση του κατακερματισμού της Ευρώπης σε εχθρικά μπλοκ, οι εξελίξεις ενδέχεται να πάρουν μια αρκετά αρνητική τροπή, η οποία θα καταδίκαζε την ΕΣΣΔ σε διεθνή απομόνωση». Αυτά είπε. Τι σήμαινε αυτό; Παρεμπιπτόντως, βλέπουμε ότι όλα εξελίχθηκαν ακριβώς όπως είχε προβλέψει και για τα οποία είχε προειδοποιήσει.

 

Ποια ήταν η πρόταση για την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη; Η πρόταση προέβλεπε τη σύσταση ενός συμβουλίου ασφαλείας, στο οποίο θα συμμετείχαν τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η ΕΣΣΔ, και την ανάθεση ευρείας εντολής σε αυτό το όργανο. Το συμβούλιο αυτό σχεδιάστηκε έτσι ώστε να περιλαμβάνει σχεδόν όλες τις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.

 

Ωστόσο, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, οι δυνάμεις που κυριάρχησαν στη Δύση —όπως ακριβώς είχε επισημάνει ο Egon Bahr— έδειξαν ελάχιστο έως μηδαμινό ενδιαφέρον για την πορεία προς την πανευρωπαϊκή συνεργασία. Παρά το γεγονός ότι η νέα Ρωσία κατέβαλε προσπάθειες επί σειρά ετών —και θα ήθελα να τονίσω ότι επρόκειτο για μια διαδικασία μακράς διάρκειας— προκειμένου να ενταχθεί στον λεγόμενο δυτικό πολιτισμό, εκείνες οι δυνάμεις έπραξαν τα πάντα για να απομονώσουν ουσιαστικά τη Ρωσική Ομοσπονδία και να την κατακερματίσουν περαιτέρω. Ανεξάρτητα από τις ανακατατάξεις στην εσωτερική πολιτική σκηνή της Ρωσίας και παρά τις όποιες αλλαγές, εξακολουθούσαν να βλέπουν τη Ρωσία ως τον πυρήνα της ιστορικής Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Ακόμη και σήμερα, σε κάθε είδους εκδηλώσεις και συναντήσεις, εξακολουθούν να μιλούν για την ανάγκη ολοκλήρωσης της προσπάθειας διάλυσης της Αυτοκρατορίας.

 

Συνολικά, όλα αυτά δημιούργησαν μια κατάσταση αρκετά επικίνδυνη —για να μιλήσουμε ωμά— τόσο στην Ευρώπη όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Θα ήθελα να τονίσω, κυρίες και κύριοι, ότι πιστεύω ακράδαντα πως ο κ. Μπαρ δεν είχε τίποτα άλλο στο μυαλό του εκείνη την εποχή παρά το μέλλον της Ευρώπης. Σκεφτόταν αυτό το πανευρωπαϊκό σπίτι. Η ηγεσία της ΕΣΣΔ μιλούσε επίσης πολύ γι' αυτό τότε, αλλά, δυστυχώς, απέτυχε να μετουσιώσει τα λόγια σε πράξεις.

 

Η Ρωσία κατανοεί ίσως καλύτερα από πολλούς τις δυσκολίες που συνεπάγεται η υπέρβαση των συνεπειών ιστορικών καταρρεύσεων και ανατροπών, καθώς και η χάραξη πορείας προς το μέλλον υπό νέες και συχνά δυσμενείς συνθήκες. Συχνά αναγκαστήκαμε να μαθαίνουμε μέσα από τη δοκιμή και το σφάλμα, λαμβάνοντας άμεσες αποφάσεις για την αντιμετώπιση καταστάσεων που προέκυπταν.

 

Ωστόσο, δεν λησμονούμε ποτέ ότι το έθνος χρειάζεται μια προοπτική και μια σαφή εικόνα της πορείας που διαγράφεται μπροστά του. Φυσικά, δεν υπάρχει μέλλον χωρίς παρελθόν. Η κληρονομιά των προγόνων μας, οι οποίοι οικοδόμησαν μια σπουδαία και μοναδική χώρα, πρέπει να διαφυλαχθεί και να ενισχυθεί. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ιστορικά θεμέλια και σεβασμό στις παραδόσεις. Ισχύει όμως και το αντίστροφο: το παρελθόν στερείται νοήματος χωρίς το μέλλον. Όσο σπουδαία κι αν είναι τα επιτεύγματα των προγόνων μας, το έθνος δεν πρέπει να μετατραπεί σε μουσείο του παλαιότερου μεγαλείου του.

 

Το πραγματικό μεγαλείο ενός κράτους είναι αδύνατο να υπάρξει χωρίς την ικανότητα να συμβαδίζει με την εποχή και, ιδανικά, να προηγείται αυτής. Η αξιοποίηση και η δημιουργική ανάπτυξη της κληρονομιάς μας μέσα στις σύγχρονες συνθήκες αποτελούν τις καλύτερες εγγυήσεις ώστε η εθνική μας παράδοση να μην καταντήσει ένα συλλεκτικό αντικείμενο παλαιάς κοπής, ένα ιστορικό αξεσουάρ της μόδας ή το αποκλειστικό αντικείμενο της αμέριστης προσοχής μας. Οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη το δυναμικό και παραγωγικό περιβάλλον για τα μελλοντικά μας επιτεύγματα.

 

Όσον αφορά το μέλλον, πολλά καλύπτονται πράγματι από αβεβαιότητα, καθώς υπεισέρχονται πάρα πολλοί παράγοντες που μεταβάλλονται ραγδαία. Χρειαζόμαστε, ωστόσο, οπωσδήποτε έναν οδικό χάρτη για την πορεία μας προς το μέλλον. Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι ευσεβείς πόθοι, κάποιο αφηρημένο και θεωρητικό κατασκεύασμα ή μια μη ρεαλιστική απεικόνιση των επιθυμιών μας, αλλά μια ρεαλιστική εκτίμηση των κινδύνων, των δυνατοτήτων και των ουσιαστικών στόχων. Η Ρωσία χαράζει αυτόν τον δρόμο προς το μέλλον για τον εαυτό της και είναι βεβαίως έτοιμη να το πράξει από κοινού με άλλα έθνη ανά τον κόσμο.

 

Όπως προανέφερα, η κλίμακα και, κυρίως, η ταχύτητα των αλλαγών που συντελούνται παγκοσμίως είναι πρωτοφανείς. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το σημείο χωρίς επιστροφή μπορεί να επέλθει πολύ γρήγορα και απροσδόκητα για όλους. Μπορεί κάποια μέρα να αποδειχθεί ότι η λογική της κλιμακούμενης αμοιβαίας αντεκδίκησης οδηγεί σε ένα σημείο μοιραίας μη αναστρεψιμότητας.

 

Η λέξη «κλιμάκωση» χρησιμοποιείται συχνά πλέον για να περιγράψει και να προβλέψει διάφορες παγκόσμιες συγκρούσεις, υποδηλώνοντας την απροθυμία άσκησης πραγματικής διπλωματίας που βασίζεται στην πραγματικότητα και στον σεβασμό των συμφερόντων όλων των πλευρών, καθώς και την επιθυμία για όξυνση της κατάστασης, αύξηση της έντασης, ακόμη και μπλόφα, ξεπερνώντας «κόκκινες γραμμές» με την ελπίδα της καταστολής και του εκφοβισμού του αντιπάλου, ώστε να καμφθεί η βούλησή του. Δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο στην κλιμάκωση των εχθροπραξιών και των κυρώσεων· αυτή η πρακτική έχει χρησιμοποιηθεί σε πολλές συγκρούσεις και δεν είναι ποτέ μονομερής, καθώς οι προκλήσεις της μίας πλευράς αναπόφευκτα προκαλούν αντίδραση από την άλλη. Συνεπώς, η σπείρα στενεύει και οι καταστροφικές συνέπειες διογκώνονται.

 

Η κλιμάκωση βασίζεται —και δεν σας λέω κάτι καινούργιο— στην αλαζονεία και την υπερβολική αυτοπεποίθηση. Είναι μια πορεία προς το χείλος του γκρεμού, ειδικά σήμερα που οι κορυφαίες δυνάμεις του κόσμου διαθέτουν στα οπλοστάσιά τους όπλα ικανά να αφανίσουν κάθε μορφή ζωής ή, τουλάχιστον, να οδηγήσουν τη Γη σε μια καταστροφική κατάσταση. Μπορούμε να εγγυηθούμε ότι αυτά τα όπλα δεν θα χρησιμοποιηθούν ποτέ; Φυσικά και όχι. Όλοι θυμόμαστε τη ρήση ότι, αν υπάρχει ένα τουφέκι κρεμασμένο στον τοίχο στην πρώτη πράξη, κάποια στιγμή θα εκπυρσοκροτήσει. Οφείλουμε να το θυμόμαστε αυτό και να προσπαθήσουμε να το αποτρέψουμε.

 

Όσο πιο αδιάλλακτη είναι μια αντίδραση και όσο πιο ξεκάθαρα διακηρύσσεται ο στόχος της «στρατηγικής ήττας» του αντιπάλου, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να κλιμακωθεί η σύγκρουση στη βιαιότερη φάση της. Η αρχή της επιβίωσης του ισχυρότερου δεν ισχύει μόνο στον φυσικό κόσμο αλλά και στις κοινωνικές κοινότητες, όταν αυτές έρχονται αντιμέτωπες με την πιθανή απώλεια της ανεξαρτησίας τους, της αξιοπρέπειάς τους και του ίδιου του δικαιώματος ύπαρξής τους.

 

Κυρίες και κύριοι,

 

Επιτρέψτε μου να επαναλάβω: η θεμελιώδης διαμόρφωση μιας νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων είναι αναπόφευκτη — και υπάρχει η ελπίδα ότι θα συμβεί στο άμεσο μέλλον. Προς το παρόν, ωστόσο, τα γεγονότα εξελίσσονται με τρόπο εξαιρετικά ταραχώδη και αυθόρμητο. Μόλις αρχίζουμε να διαγράφουμε —ψηλαφώντας την πορεία μας— τα περιγράμματα αυτού που πρόκειται να ακολουθήσει.

 

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι πρέπει να μείνουμε άπραγοι και να περιμένουμε να δούμε τι θα συμβεί στη συνέχεια. Για να φτάσουμε στη φάση της οικοδόμησης – η οποία, όπως έχω πει, αναμφίβολα θα έρθει αργά ή γρήγορα – πρέπει πρώτα να ξεπεράσουμε την τρέχουσα περίοδο κινδύνου και να αποτρέψουμε τις πιο καταστροφικές απειλές.

 

Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό να υπογραμμίσω για άλλη μια φορά δύο πτυχές που, κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο σοβαρής συζήτησης από όλους μας – σε πολιτικό, τεχνικό και επιστημονικό επίπεδο, αλλά ακόμη και σε φιλοσοφικό.

 

Πρώτο και κυριότερο είναι το ζήτημα στο οποίο έχω ήδη αναφερθεί: η τεχνητή νοημοσύνη. Βρίσκεται σε εξέλιξη μια παγκόσμια συζήτηση σχετικά με το αν πρέπει να ληφθούν μέτρα για την εσκεμμένη επιβράδυνση της έρευνας και της ανάπτυξης στον τομέα αυτό, ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο οι τεχνολογίες αυτές να ξεφύγουν από τον ανθρώπινο έλεγχο. Πρόκειται για ένα πολυδιάστατο ζήτημα που απαιτεί ενδελεχή εξέταση. Η ανθρώπινη ιστορία αποδεικνύει ότι η τεχνολογική πρόοδος δεν μπορεί να ανακοπεί· ωστόσο, οφείλουμε να κατανοήσουμε τις συνέπειες αυτής της προόδου – κυρίως όσον αφορά τη χρήση των επιτευγμάτων της, και δη στον στρατιωτικό τομέα.

 

Υπάρχουν ήδη τεκμηριωμένες περιπτώσεις όπου η τεχνητή νοημοσύνη έλαβε αποφάσεις με βάση τη δική της εκτίμηση για το τι κρίνεται σκόπιμο. Αυτό ισχύει τόσο για το πολιτικό όσο και για το στρατιωτικό πεδίο. Καθώς οι τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης υιοθετούνται ευρύτερα, ο ρόλος τους θα ενισχύεται και οι αλγόριθμοι θα αναλαμβάνουν μεγαλύτερη ευθύνη. Άλλωστε, ο άνθρωπος είναι αδύνατον να ανταγωνιστεί την ικανότητα μιας μηχανής να αναλύει μια κατάσταση σχεδόν ακαριαία. Ωστόσο, οι άνθρωποι διαθέτουν άλλα χαρίσματα: ένστικτο, διαίσθηση και την ικανότητα λήψης αποφάσεων που μπορεί να μην είναι άμεσα προφανείς, αλλά τελικά αποδεικνύονται οι μόνες ορθές, ή ακόμη και σωτήριες για τη ζωή.

 

Θα ήθελα να διηγηθώ μια ιστορία από τη σοβιετική εποχή – από την καθημερινότητα εκείνων των χρόνων. Ήταν Σεπτέμβριος του 1983. Ο αντισυνταγματάρχης Στανισλάβ Πετρόφ, αξιωματικός σε κέντρο έγκαιρης προειδοποίησης για πυραύλους, βρισκόταν σε υπηρεσία όταν το σύστημα κατέγραψε ένα σήμα. Τόσο εμείς όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέταμε ήδη εδώ και καιρό τέτοια συστήματα σε επιχειρησιακή ετοιμότητα. Το σύστημα εντόπισε την εκτόξευση πέντε αμερικανικών διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων. Οποιοσδήποτε αλγόριθμος θα είχε ταξινομήσει το γεγονός αυτό ως αδιαμφισβήτητη αφορμή για αντίποινα. Ωστόσο, ο έμπειρος αξιωματικός αμφισβήτησε την ακρίβεια του σήματος, υποψιαζόμενος δυσλειτουργία του συστήματος. Και αποδείχθηκε ότι είχε δίκιο. Αν στη θέση του βρισκόταν η τεχνητή νοημοσύνη, τα πράγματα ίσως να είχαν εξελιχθεί πολύ διαφορετικά. Κατά τη γνώμη μου, αυτό αποτελεί ένα εξαιρετικά πειστικό παράδειγμα.

 

Τα όρια στη χρήση τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης στον τομέα της ασφάλειας αποτελούν ζήτημα επιβίωσης της ανθρωπότητας. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα των πολεμικών μέσων, καθιστώντας παράλληλα τις συγκρούσεις πιο καταστροφικές.

 

Χρειαζόμαστε μια αμερόληπτη και επαγγελματική διεθνή συζήτηση σχετικά με τις σύγχρονες μεθόδους διεξαγωγής πολέμου, ώστε να διατηρηθούν τα ανθρωπιστικά όρια και να μετριαστούν οι πιο βίαιες συνέπειες των ενόπλων συγκρούσεων που απορρέουν από την ανάπτυξη καταστροφικών δυνατοτήτων. Γνωρίζω ότι το φόρουμ σας πραγματοποίησε μια συνεδρία με τον πολύ εύστοχο τίτλο «Η Ηθική του Νέου Πολέμου: Άνθρωποι και Απανθρωπιά».

 

Είναι αλήθεια ότι η απανθρωπιά των σύγχρονων συγκρούσεων μπορεί να ερμηνευθεί με δύο τρόπους. Αφενός, πρόκειται για την κλιμακούμενη βαρβαρότητα και την περιφρόνηση των ανθρωπιστικών κανόνων. Αφετέρου, αφορά τις νέες μορφές αντιπαράθεσης, όπου η τεχνητή νοημοσύνη και τα αυτόνομα συστήματα διαδραματίζουν αυξανόμενο ρόλο στις εχθροπραξίες, αντικαθιστώντας σταδιακά τους ανθρώπους —ακόμη και στη λήψη αποφάσεων, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό. Πρόκειται για ένα τεράστιο και σύνθετο ζήτημα, το οποίο απαιτεί τη μέγιστη προσοχή. Ο αυτοματισμός και η ψηφιοποίηση του πολέμου οδηγούν στην απανθρωποποίηση της αντίληψης, μετατρέποντας την αιματοχυσία και την απώλεια ανθρώπινων ζωών σε ένα είδος ηλεκτρονικού παιχνιδιού, σε μια μηχανιστική ρουτίνα. Για να μιλήσουμε με το όνομά τους τα πράγματα, αυτό αποτελεί μια πορεία προς την οπισθοδρόμηση της ανθρωπότητας στη βαρβαρότητα, εν μέσω ατέρμονων συζητήσεων για την εντυπωσιακή τεχνολογική πρόοδο.

 

Στα τέλη του 19ου αιώνα, και συγκεκριμένα το 1899, η Ρωσία πρότεινε τη σύγκληση της Διάσκεψης της Χάγης, η οποία για πρώτη φορά θεσμοθέτησε τους κανόνες του πολέμου, την ειρηνική επίλυση των συγκρούσεων και τον εξανθρωπισμό των εχθροπραξιών. Βεβαίως, οι αληθινές και ευγενείς ιδέες που διατυπώθηκαν τότε δεν έσωσαν την ανθρωπότητα από τις τραγωδίες του 20ού αιώνα. Οι παγκόσμιοι πόλεμοι φάνηκε να εξαλείφουν τα επιτεύγματα του ανθρωπιστικού δικαίου. Ωστόσο, έφτασε πλέον η στιγμή να θέσουμε και πάλι το ζήτημα των κανόνων της ένοπλης αντιπαράθεσης.

 

Δεν τρέφουμε αυταπάτες: οι πόλεμοι αποτελούσαν διαχρονικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ιστορίας, διεξάγονται και σήμερα, και οι ένοπλες συγκρούσεις κατά πάσα πιθανότητα θα συνεχιστούν και στο μέλλον. Δυστυχώς, αυτό αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης. Η στρατιωτική θητεία είναι το επάγγελμα εκείνων που υπερασπίζονται τα συμφέροντα των χωρών τους, αλλά ο επαγγελματισμός στον στρατιωτικό τομέα περιλαμβάνει τον σεβασμό των ανθρωπιστικών κανόνων. Ειδικότερα, ο ρωσικός στρατός καθοδηγούνταν ανέκαθεν από την αρχή του απαραβίαστου αυτών των κανόνων, και θα ήθελα να τονίσω ότι ουδέποτε υπήρξε ο πρώτος που επιτέθηκε σε εγκαταστάσεις μη συνδεόμενες με τη στρατιωτική υποδομή του αντιπάλου. Η κλιμάκωση των διεθνών εντάσεων και της γενικότερης αντιπαράθεσης έχει άλλη μία εξαιρετικά αρνητική και μακροπρόθεσμη συνέπεια – αυτό είναι το δεύτερο στοιχείο στο οποίο θα ήθελα να στρέψω την προσοχή σας σήμερα. Μέσα σε αυτό το κλίμα σύγκρουσης, θυσιάζουμε την επίλυση παγκόσμιων προβλημάτων που αφορούν το σύνολο της ανθρωπότητας. Ασχοληθήκαμε με αυτά τα ζητήματα –το κλίμα, το περιβάλλον, τη φτώχεια και την ανισότητα– μόλις πρόσφατα, αλλά σήμερα τα έχουμε λησμονήσει εντελώς. Έχουν παραμεριστεί, ωστόσο οξύνονται διαρκώς. Αυτό παραμένει αμετάβλητο. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν βάσιμες ελπίδες ότι η διεθνής κοινότητα, ως ενιαίο σύνολο, θα μπορέσει να διαχειριστεί αυτή την ατζέντα στο άμεσο μέλλον. Εφόσον όμως τα οξέα και πιεστικά ζητήματα δεν επιλύονται σε παγκόσμια κλίμακα, οφείλουμε να τα αντιμετωπίσουμε σε περιφερειακό επίπεδο, ιδίως καθώς αυτό αφορά άμεσα την περιοχή μας και είναι πιο κατανοητό για τους πολίτες.

 

Συνεχίζεται.

 

1η Οκτωβρίου 2026, Μόσχα.


President of Russia Vladimir Putin: Ladies and gentlemen, colleagues.

As is customary, we have gathered at the annual forum of the Valdai Discussion Club to discuss the most pressing global issues.

We have always sought not only to diagnose the state of the world, but also to provide an outline of the emerging world order.

I am convinced that the Club’s intellectual legacy and many years of direct and candid dialogue will certainly be called upon when all of us – East and West, North and South – will sooner or later need to come to terms on the principles for shaping a new world order that is capable of ensuring progress and development of humanity for decades to come.

Unfortunately, we must admit that we are facing different tasks today: ones that are more pressing and acute. Although the moderator spoke about the need to calm everyone, these acute problems have not disappeared.

The alarming trends we are seeing on the international stage compel us to think first and foremost not about how to organise global interaction more wisely, effectively, and equitably in the future – although all of this is, of course, vitally important – but about how to preserve global peace and security here and now, at a time when many established legal norms have been cast aside and new ones have yet to emerge.

What must be done to avert the most catastrophic scenarios? Responsibility for our shared future is far more than just an abstract slogan. It entails a set of practical measures aimed at preventing humanity from being pushed to the brink of survival and averting irreparable consequences.

The world has reached a decisive turning point in its development. This is not just because of politics; politics, as always, is a consequence of profound changes. Transformations are taking place across every sphere: from virtually all areas of technology to the social structures of our societies; from climate to medicine; from military science to bioethics; from the future of energy to demographic shifts; and from universal digitalisation and artificial intelligence to entirely new models of economic development. The list goes on. Taken together, these factors are creating the conditions for a fundamental transformation. We cannot yet fully assess or definitively interpret all the circumstances and consequences of this shift, if only because these changes are unfolding simultaneously and their impact on societies and states is contradictory. But I will return to this later.

The scale of the changes that have already taken place, and those still to come, is truly immense. We seem to grasp this – as evidenced by the many debates that are being held about the future, often tinged with anxiety over uncertainty and unpredictability – but humanity has not yet fully comprehended the true magnitude of the challenge it faces. We are entering a completely new and unprecedented reality. Threats and dangers are inextricably intertwined with opportunities and prospects; they cannot be separated from one another. Our entire way of living is changing.

To reiterate, this is not only and not so much about shifts in the balance of power among major powers or the redistribution of economic and technological influence. All of that is, of course, important and is effectively taking place. What matters most, though, is that these changes affect the biological and moral nature of human beings, go to our core, and impact our way of life and the foundations of our worldview. Technology is opening up, quite literally, fantastic prospects for extending lifespans and improving the quality of life. However, it is also taking the possibilities for the destruction of all humanity to a whole new level, be it as a result of military conflicts, rapid degradation of the environment, or loss of control over technological processes that have been set in motion.

Clearly, an atmosphere like that cannot but exacerbate anxiety among people and societies, and cause an increase in internal tensions stemming from uncertainty and a lack of understanding of what tomorrow will bring us. One consequence includes domestic political “fever” in many countries, all the more so because traditional party systems are increasingly failing to reflect rapidly changing social structures. For any state, regardless of how well it is organised or what cultural and historical traditions it relies on, internal stability – I think you will agree – is always more important than anything else. To preserve it, governments may take a wide range of actions, including actions that affect the situation beyond their borders in neighbouring countries, regions, and, indeed, the world at large. In other words, they may, unfortunately, export instability which only exacerbates and heightens tensions and – if I may put it that way – further increases the overall strain in the international environment.

Whatever scenario unfolds in the world in the years ahead, the international conflicts, unfortunately, are likely to continue. This is due in part to the fact that the profound shifts now under way, and the opportunities they create, fuel and encourage ambitions and a willingness to take risks for what may appear to be a major payoff. I wish I were wrong in this assessment, but the sustainable trends we are witnessing, unfortunately, suggest otherwise.

We remain confident, though, that, in the long term, as the world moves away from Western hegemony, the international situation will gradually improve leading to a more stable, democratic, and free multipolar international order. It is equally clear, however, that on the path towards such a world order, states, communities and every individual will face various risks. This is inevitable in times of profound change. That is why minimising risks at every level from global to personal is the key task today for policymakers, business leaders, and top figures in science and life in general. Much depends on these people. Responsibility also means helping people understand these risks and be prepared for them, so that individuals and families are not left one-on-one with problems in the area of security, changing labour market, or the digital environment, to name a few.

What has more importance these days: caution and good judgement for avoiding being swept by an avalanche of uncontrolled change, or sticking to an assertive approach for overcoming unfavourable scenarios or using the existing circumstances to serve our own needs? There is no clear-cut answer to this question since each particular case requires its own line of rational conduct.

Of course, decision-makers seek to adapt to what is going on around us. However, considering , as they call it, the polycrisis, all-encompassing and ubiquitous, these decision-makers struggle to look beyond their everyday administrative travails and deadlines and adopt a more forward-looking perspective, beyond the polycrisis. The weight of responsibility is immense, and mistakes will come at a dire cost, including for the future. Immediate goals tend to relegate strategic objectives to the background. While this is obviously understandable, it is also extremely dangerous. Responding to many of the existing challenges would be impossible without taking into account how our current actions are going to affect our future. As one well-known classic of Russian political thought said, you must be able to see the wood for the trees.

So what is the overall situation? It is obvious that the mechanisms for striking a balance between state interests and actions as they evolved over the preceding years are unable to fully and effectively fulfil their regulating function. Not because they are no good but because the conditions in which they were created in their day – these conditions have changed. Of course, the new emerging reality will help develop new instruments but this will be a lengthy process. Let us be honest – today, certain international organisations often fail to mitigate risks and sometimes even create and provoke them by serving the interests of a single country or a group of nations. However, these structures were designed to serve a different purpose.

There have been critical voices targeting also the United Nations, a fundamental structure. According to its Charter, it must operate as a central coordinating mechanism in international affairs. This criticism is not always objective, of course, but well-grounded objections do exist. To an extent, they stem from the fact that the United Nations, even if it is the most representative international organisation, falls short of the collective and democratic principles in the way it is being managed compared to its original design. A narrow grouping of Western countries wields an unproportionally large influence. It constitutes a global minority by all accounts while seeking to appropriate administrative functions. And since these countries’ are seeing their influence diminish as it is taken over by a more and more independent and confident global majority, the lack of balance within the UN system is becoming increasingly obvious. This is a system-wide issue that cannot be resolved in an instant.

Russia still continues to support the idea of fair reform of the United Nations, yet such reform is impossible without internal consensus that is difficult to achieve today. Let me reiterate that we consistently advocate a UN structure that fully reflects the diversity of the world, with countries from Asia, Africa, Latin America, and the Middle East playing a far more significant role in the Organisation. Meanwhile, it is crucial to recognise that reforming the UN entails far more than simply expanding the Security Council or adopting other measures to achieve more balanced geographical representation in international governing bodies. It also involves redefining the Organisation’s substance, its priorities, including future ones – particularly given that global changes are creating a list of new dilemmas that simply did not exist before.

The most obvious example is artificial intelligence – something we must all learn to live and work with. How will its rapid development affect humanity’s intellectual capacity, or spiritual and cultural heritage? It is no coincidence that the concept of “mindful digitalisation” is being discussed. This means refusing to allow the uncontrolled integration of such technologies into areas that have always been vital and sensitive to human moral development. Indeed, the social and humanitarian implications of the spread of artificial intelligence are currently being examined even more closely and thoroughly than its technical or economic aspects. Experts are increasingly voicing concern that the proliferation of artificial intelligence could represent yet another attempt to reduce everyone to a common denominator, stripping away individuality – this time through algorithms configured by others. Such digital totalitarianism would be just as much of a dead end, and just as bleak and inhumane, as the totalitarian societies of the past which we are all familiar with.

There is another significant issue, one that is already relevant today and will become even more acute in the near future: how can states undergoing increasingly extensive digitalisation ensure their sovereignty in this sphere? In other words, how can they safeguard their security and distinct identity without isolating themselves from global progress or falling behind in technological development?

Another area in which science and technology are radically changing the world is the ability of humans to intrude deeply into what was previously seen as the Creator’s domain: genetic changes to the body, the shaping of personality, the programming of human behaviour and even of thought itself. It is essential to combine the efforts of countries and communities to work together on mutually acceptable solutions to these extremely delicate, defining, truly existential questions.

It would be logical to do this work within existing international frameworks. Yet, many of these organisations, as I have already noted, are under excessive influence of Western countries, which are not interested in universal progress – only in maintaining their own power. The institutions that worked well after World War II no longer reflect the reality in the second quarter of this century. Is it possible to reform them successfully so that they conform to modern realities? The question remains open.

New international communities are also emerging, generated by the current international situation. Of course, they have great prospects, whether they are regional associations or global structures such as BRICS. However, it must be admitted that all of them have a great deal of work to do to define their functionality, the optimal areas for its application, and the limits of their own capabilities. Of course, organisations that are relatively new can hardly be expected to quickly reshape the world order and build a multipolar architecture; this is a long and thorny path with many unknowns, but it will undoubtedly lead to results.

Does this mean that we are now doomed to chaos? No, it is certainly premature to make such a judgement. In general, a world regulated by clearly defined norms and the institutions that uphold them – a world that is orderly, so to speak – is a recent invention, one that emerged only in the last century. All previous centuries managed without it. As we know, the results were mixed, to put it mildly: arrogance, envy, and greed have always plagued world politics, and they still occur today.

Nevertheless, responsible powers have always competed with each other in one way or another, but they have also worked together, collaborated to build frameworks for relations among themselves and with smaller states, and in general, as a rule, still sought to maintain stability.

Amid the ongoing crisis of institutions and the erosion of international law, the major powers bear an enormous responsibility that matches their immense capabilities. Such states have the potential to take actions that can reverse global trends towards achieving greater predictability and security or, conversely, towards exacerbating all existing problems. This potential gets multiplied by the innovative technologies I have mentioned before. Clearly, the future of the world and every individual depends on how effectively risks are managed during the period of abrupt changes.

The absence of universally recognised rules and a shared understanding of the principle of equal and indivisible security – or cancelling that principle altogether – often encourages selfish behaviour. In some cases, it turns into aggressive attempts to secure unilateral advantages, aggravate the confusion and exploit it to promote one’s own interests. International politics provides examples of this almost every day. Every conceivable and inconceivable taboo is being violated. I will not go over them now. I think everyone in this room understands perfectly well what I am talking about. I am deeply convinced that something as complex as international relations nevertheless requires prudence and adherence not only to established laws but also, as lawyers say, customary law, meaning not only the letter but also the spirit of the law, as well as established and universally recognised practice.

Moral and ethical constraints and basic standards of decency still matter, because respecting them creates at least a possibility to maintain some kind of dialogue. Conversely, the systematic failure to honour commitments, deception, turning communication into a farce and any substantive discussion into a propaganda exercise, and the blatant mockery and distortion of facts for the sake of fleeting gains destroy the very foundation of international coexistence.

Such, if you will, approach to conducting international affairs is short-sighted and dangerous. A temporary gain achieved in this manner can turn into long-term setbacks, and, most importantly, make the situation worse for everyone, because the interconnectedness of the world is here and is not going away. The might makes right principle sometimes appears to guide certain international actors who are convinced of their own military-political, economic and, as they think, moral exceptionalism. We know perfectly well from history that this never ends well.

Let me digress from the main topic for a while. There are people here in this room who hold a very diverse mix of opinions regarding an extremely acute present-day conflict – the Ukraine conflict, and what caused it. I would like to say a few words on this matter. It is a fact that many hundreds or even thousands of experts, your colleagues who will study the materials from this Valdai Club meeting, they have their own opinions on this matter. I am, of course aware that some within the expert community might ask why Russia started the war while talking about peace. I have commented this many times already, but let me say this once again in front of this audience.

Where is the truth? The truth is that we did not want and were not the ones who started to fight. In fact, they started to fight against us. They should have refrained from encouraging aggressive nationalism and Russophobia in Ukraine so as to turn it into a tool for fighting Russia. NATO should not have embarked on an effort to make our historical territories part of its military space in its own interests and should not have planned setting up its bases there. Radicals in Kiev should not have been pushed to a government coup while the de facto illegal regime should not have been pumped full of all kinds of offensive weapons after that. Plans for setting up concentration camps for the people from Donbass and Crimea should not have been drafted. Unarmed people should not have been rolled over by tanks, shelled with missiles and bombed from the air and burnt alive just for being Russian, in terms of both their ethnic background and their spirit.

The list of these do-nots goes on, but let me stop at that. I am convinced that this was an intentional effort to place Russia in a situation when it was simply forced to defend itself with arms in hand to respond to this obvious act of aggression. They pushed us to this brink knowingly and intentionally. Overall, Russophobia, oppressing and killing Russian people and destroying Russia should not be turned into state ideology while striving to inflict a strategic defeat on Russia. This was the way it was all articulated, right? No one forgot this. At least, we did not forget this.

If we want to live – and who does not? – as I have already said during one of my public appearances, let us live in friendship and work together for finding ways to accomplish this aim. Of course, confidence building is a painstaking and fragile process. Placing it on the right track is very hard, while it can be derailed very easily.

The interests never fully coincide even when it comes to the closest partners, let alone countries which are rivals and are locked in an all-out competition or even confrontation against one another.

Sooner or later, the international situation and the international system will settle into some form of stable equilibrium. This is undoubtedly a complex, multifaceted and multilayered process built on mutual compromises, willingness to meet each other halfway, and a level-headed assessment of the situation, including by the West. The former hegemon will unavoidably have to acknowledge the realities of a multipolar world – just look at the trends shaping the global economy – and learn to cooperate with the countries of the Global Majority on the basis of respect for their fundamental interests. Of course, this will take time. We are going to have to live in an extremely unstable and ever changing world. The path to a new system will be full of unexpected twists and turns; unfortunately, often unpleasant and even dangerous ones.

I would like to turn to the history of our country. Russia has travelled a thorny path of profound transformation, and this process is still underway. Thirty-five years ago, we experienced the collapse of the state system, which was a genuine tragedy for tens of millions of people who woke up one morning to find themselves beyond the borders of their own country and whose lives – and the lives of their children – were changed overnight. Both in Russia and in neighbouring countries this led to a fundamental transformation and international affairs get transformed as well.

I would also like to highlight a certain naivety, idealism, or perhaps even complacency on the part of those who stood at the helm of the state during the final years of the Soviet era. Blind trust in Western partners and confidence in “gentlemen’s agreements,” when they thought they could simply take someone at their word and come to terms also played a cruel joke on the Soviet Union.

In retrospect, it becomes clear just how destructive a role this played not only in the fate of the Soviet Union, but also in ensuring long-term global stability. The Soviet leaders wanted the West to like them, while Western leaders sought to reshape the world to suit their needs and to grab their share – preferably a large one – of the Soviet legacy. We can see the result now.

The Soviet Union collapsed due to a mix of internal imbalances. This is the most important dimension to it. This is the truth, and this is what happened. Specifically, internal imbalances, as well as mistakes made by successive generations of the country’s leadership. Short-sightedness, narrow and unrealistic ideological dogmas instead of pragmatism, incompetence, and the practice of sweeping obvious problems under the carpet gradually exacerbated and undermined the Soviet Union’s domestic and international standing. Ultimately, these factors led to its collapse.

What is happening in the world today, the present-day conflicts and upheavals – all this largely stems from the fact that late 20th-century politicians, both in the East and the West, were unwilling, unprepared or unable to treat the era of major shifts with the required seriousness and depth. This is not a question of shifting responsibility onto the leaders of the past; this is simply how it all happened in reality.

However, even during that period, there were people, both in the East and West, there were other kinds of politicians who developed a keen understanding of these challenges and offered what I believe to be the right ways of resolving them. Today, their assessments can be viewed as visionary.

You know that I have mentioned Egon Bahr in the past, a politician from the Federal Republic of Germany. He was a member of the Social Democratic Party’s Executive Committee.

I will share just a few thoughts with you. I was very surprised to learn about his contacts with the Soviet leadership in both Bonn and Moscow. What surprised me was the extent to which this person had mastered the subject, his intelligence and competence.

Let me share some of the things he said in June and February 1990. As we all understand, this was a time of radical shifts for Europe and the entire world.

Bahr’s main concern was the threat of a lingering confrontation in Europe after Germany’s reunification, and once, and I quote, “those circles within NATO which are not at all eager to pursue the path of pan-European cooperation and ending the confrontation” reinforced their positions and influence. This is what he said. He could already see at that time that forces of this kind existed. He was well-placed to know this, wasn’t he? During the 1990 talks, Egon Bahr said, and here is another quote: “Without a decisive step towards overcoming Europe’s disintegration into hostile blocs, events can take quite a negative turn that would doom the USSR to international isolation.” This is what he said. What did that mean? By the way, we can see that it all happened just as he had predicted and warned.

What was the offer for Eastern and Central Europe? The proposal consisted of setting up a security council that would include both the United States and the USSR and giving this structure a broad mandate. This council was designed to include almost all Eastern and Central European countries.

However, after the USSR’s dissolution, the forces which came to dominate the West, just as Egon Bahr said, had little, if any, interest in pursuing the path of pan-European cooperation. Despite the fact that new Russia spent many years – and I would like to emphasise that this was a process that lasted for many years – trying to integrate into the so-called Western civilisation, they did everything to effectively isolate the Russian Federation and break it down even further. All the shifts in Russia’s domestic politics notwithstanding, and despite all these changes, they still viewed Russia as the core element of the historical Russian Empire. To this day, they keep talking at all kinds of events and gatherings about the need to complete the effort to break up the Empire.

Taken together, all this produced a rather dangerous, to put it bluntly, situation in Europe and around the world.

I would stress, ladies and gentlemen, that it is my deep belief that Mr Bahr did not have anything other than Europe’s future on his mind at that time. He was thinking about this pan-European home. The USSR leadership also talked about it a lot at that time but, unfortunately, they failed to put words into action.

Russia probably understands better than many the difficulties of overcoming the consequences of historical collapses and cataclysms, and of finding its way forward in new and often unfavourable conditions. We often had to learn by trial and error, making quick decisions in response to emerging situations.

But we never forget that the nation needs a perspective and a clear view of the road ahead. Of course, there is no future without a past. The legacy of our forefathers, who built a great and unique country, must be preserved and strengthened. No society can exist without a historical foundation and respect for traditions. But the opposite is also true: the past becomes meaningless without a future. No matter how great the achievements of our forefathers, the nation must not become a museum of its past greatness.

The true greatness of a state is impossible without the ability to keep pace with the times and, ideally, to move ahead of them. Multiplying one’s heritage and creatively developing it amid modern conditions are the best guarantees of preventing our national tradition from becoming a vintage collectible, a trendy historical accessory, or the sole subject of our undivided attention. We must take into account the vibrant and productive environment for our future accomplishments.

As for the future, much is really shrouded in uncertainty, and there are too many incoming and rapidly changing factors. But we certainly need a roadmap for our movement into the future. What we need is not wishful thinking, an abstract and speculative construct or an unrealistic visualisation of our wishes, but a realistic assessment of risks, capabilities and essential objectives. Russia is building this path to the future for itself, and is certainly ready to do this jointly with other nations around the world.

As I said, the scale and, more importantly, the speed of changes underway in the world are unprecedented. We must realise that the point of no return can come very quickly and unexpectedly for all. It may turn out one day that the logic of escalating mutual retaliation leads to a point of fatal irreversibility.

The word “escalation” is often used now to describe and forecast various global conflicts, meaning unwillingness to use real diplomacy based on reality and respect for the interests of all sides, a desire to aggravate the situation, raise the stakes and even bluff, crossing red lines in the hope of suppressing and intimidating the opponent, and breaking their will. There is nothing new in the escalation of hostilities and sanctions; this practice has been used in many conflicts, and it is never unilateral, because one side’s provocations inevitably trigger a response from the other side. Therefore, the spiral is tightening, and the devastating consequences are growing.

Escalation is based – I am not telling you anything new – on arrogance and overconfidence. It is a path towards a precipice, especially today when the world’s leading powers have weapons in their arsenals that are capable of destroying all life or at least reducing the Earth to a catastrophic state. Can we guarantee that these weapons will never be used? We cannot, of course. We all remember the saying that if you have a rifle hanging on the wall in the first act, it will eventually be fired. We must remember this and try to prevent it.

The more uncompromising a response, and the more clearly the goal of the opponent’s “strategic defeat” is declared, the greater the chances that the battle will escalate into the most violent phase. The survival of the fittest applies not only to the natural world but also to social communities, if they are faced with the possible loss of their independence, dignity and the very right to exist.

Ladies and gentlemen,

Let me reiterate: the fundamental formation of a new world order is inevitable – and one hopes it will occur within the foreseeable future. For now, however, events are unfolding in a highly turbulent and spontaneous manner. We are only beginning to outline, feeling our way towards, the contours of what is to come.

This, however, does not mean we should sit idly by and wait to see what happens next. To reach the phase of building – which, as I have said, will undoubtedly arrive sooner or later – we must first weather the current period of danger and avert the most destructive threats.

I consider it particularly important to emphasise once again two aspects that, in my view, should be the subject of serious discussion by us all – at the political, technical, expert and even philosophical levels.

First and foremost is the issue I have already touched upon: artificial intelligence. A global debate is currently underway as to whether measures should be taken to deliberately slow research and development in this field, to prevent these technologies from spiralling out of human control. This is a multifaceted issue requiring thorough examination. Human history demonstrates that technological progress cannot be halted; however, we must understand the consequences of that progress – above all when it comes to the use of its achievements, particularly in the military domain.

There are already documented cases of artificial intelligence making decisions based on its own assessment of what is expedient. This applies to both civilian and military contexts. As artificial intelligence technologies become more widely adopted, their role will grow, and algorithms will assume greater responsibility. After all, humans simply cannot compete with a machine’s ability to analyse a situation almost instantaneously. Yet humans possess other qualities: instinct, intuition and the ability to make decisions that may not be immediately obvious but ultimately prove to be the only correct ones, and even life-saving.

I would like to recount a story from the Soviet era – from the everyday reality of those years. It was September 1983. Lieutenant Colonel Stanislav Petrov, an officer at a missile early-warning centre, was on duty when the system picked up a signal. Both we and the United States had long since had such systems in place and operational. The system detected the launch of five American intercontinental ballistic missiles. Any algorithm would have classified this as an unambiguous trigger for a retaliatory strike. Yet the experienced officer questioned the accuracy of the signal, suspecting a system malfunction. And he turned out to be right. Had artificial intelligence been in his place, things might have turned out very differently. To my mind, this is a very compelling example.

The limits on the use of AI technologies in the security sphere are a matter of humanity’s survival. AI can increase the effectiveness of means of warfare, which also makes conflicts more destructive.

We need an unbiased and professional international discussion on modern methods of warfare to preserve humanitarian limits and mitigate the most brutal effects of armed conflicts related to the growth of destructive capabilities. I know that your forum held a session that was very accurately titled The Ethics of the New War: Humans and Inhumanity.

It is true that the inhumanity of modern conflicts can be interpreted in two ways. It is increasing brutality and disregard for humanitarian norms. It is also the new forms of confrontation, where AI and autonomous systems play a growing role in hostilities, gradually replacing humans, including in decision-making, which is especially significant. This is a huge and complex topic, which requires the utmost attention. The automation and digitalisation of war lead to the dehumanisation of perception, turning bloodshed and the loss of human lives into a kind of computer game, into a mechanistic routine. To call a spade a spade, this is a path towards the regression of humanity into savagery amid endless talk about grandiose technological progress.

At the end of the 19th century, more precisely in 1899, Russia proposed holding the Hague Conference, which for the first time formalised the rules of war, peaceful settlement of conflicts, and the humanisation of hostilities. Of course, the true and noble ideas laid down back then did not save humanity from the tragedies of the 20th century. The world wars seemingly wiped out the achievements of humanitarian law. But now the time has come when we must again raise the issue of the rules of armed confrontation.

We have no illusions: wars have been a constant feature throughout human history, they are still waged today, and armed conflicts will most likely continue in the future. Regrettably, this is an integral part of human existence. Military service is the profession of those who defend the interests of their countries, but professionalism in the military sphere includes respect for humanitarian norms. In particular, the Russian military have always been guided by the inviolability of these norms, and I would like to emphasise that they were never the first to attack facilities that are not related to the adversary’s military infrastructure.

The rise in international tensions and overall confrontation has one more extremely negative and long-term consequence – this is the second fact I would like to draw your attention to today. In this conflict situation, we are sacrificing the solution of global problems of concern to the whole of humanity. We addressed these problems – climate, the environment, poverty and inequality – only recently, but today we have forgotten all about them. They have been pushed aside, but they are growing more acute. This has not changed. Regrettably, there are no grounds to hope that the international community as a single body will be able to deal with this agenda in the near term. But if acute and pressing issues are not settled on a global scale, we must address them at the regional level, especially since it is closer to home and easier for people to understand.

We are all responsible for our planet as a whole, but we are first and foremost responsible for our own home and its immediate surroundings. Our home in the broader sense is Eurasia, a vast territory that is the centre and the setting for the most important processes unfolding in the world. A great deal on the international stage as a whole depends on how we develop Eurasia.

The idea of a Greater Eurasian Partnership advanced by Russia some time ago is acquiring special significance amid growing instability worldwide. Military-political confrontations are undermining global connectivity and endangering industrial, transport and logistics chains, as well as the established trade and communication paths. The task and responsibility of Eurasian countries is to maximally protect our space from global risks and destructive processes, using all available technological and other opportunities to improve the quality of Eurasian interaction and strengthen connectivity across this vast territory.

I would also like to note that Eurasian cultural and civilisational communities have, over many centuries, established mutual understanding even in the most complicated historical eras. Eurasia can become the prototype of international communication in conditions of diverse cultures, approaches and interests, where differences do not become an obstacle but an advantage for the development of a sustainable and balanced partnership.

In this connection, I would like to draw your attention to the initiative we have advanced jointly with our Belarusian friends, the drafting of a Eurasian Charter of Diversity and Multipolarity in the 21st Century. Last week, the foreign ministers of Russia, Belarus, Kazakhstan, Kyrgyzstan and our other partners launched practical work on this fundamental document at their meeting held on the sidelines of the UN General Assembly.

The primary significance of Eurasia is that it is largely self-sufficient and capable of dealing with any problems. The only thing this vast community of nations needs is indivisible security, the absence of military threats, and lasting peace.

Colleagues,

All of us, the international community as a whole, bear overall responsibility for the future. This is not an exaggeration or a metaphor. As I have said, this is an absolutely practical task that requires our immediate attention.

One would like to believe that our descendants will read in their history books that the second quarter of the 21st century was the turning point when humanity, becoming aware of the scope of change and the challenges to its existence, managed to put aside petty squabbles, ambitions and selfishness and joined hands to address common problems, turned the technological revolution from a set of threats into a wide range of possibilities, addressed the problems of social inequality and environmental degradation in deed rather than in word, realised the futility of military confrontation and dictate and the need for mutually acceptable solutions to all arising questions and problems, and started, at long last, to build a new stable world order. I am confident that this is how it will be, because if this does not happen, there is a risk that there will be no one left to use these textbooks, and nobody to write these textbooks.

Let us hope for the best and, most importantly, do everything in our power to make this better future happen and be with us.

I would like to thank you for your attention and to wish you success. I really appreciate our meetings. Thank you very much.

Fyodor Lukyanov: Mr President, thank you very much for such a comprehensive overview of all these problems, both specific and broader ones.

You quoted Egon Bahr. He lived a very long life and died in 2015. In other words, he witnessed the beginning of Europe’s slide into a real military and political crisis. We know that he was deeply distressed by the events unfolding in Europe during the final years of his life. As someone who first observed and then participated in European processes, can you perhaps identify, or pinpoint, a moment when the ideals of which Bahr spoke at the time became lost?

Vladimir Putin: He did not write about them.

Fyodor Lukyanov: He spoke about them.

Vladimir Putin: I want to emphasise once again that what I have just recounted comes from the archives – from his discussions with representatives of the Soviet leadership in Bonn and Moscow.

Fyodor Lukyanov: When did the vision he set out at the time, and which the Soviet leaders probably agreed with, become impossible?

Vladimir Putin: That is precisely the point: it was not so much that they agreed with it; they listened and listened, and did nothing. You know, this prompted Bahr to say something that shocked me. He said, “I never thought that at my age I would have to put forward such a point of view in Moscow. If the Soviet leadership does not do anything but remains a passive bystander (this is roughly what he said), I will not come to Moscow again; you will not see me here.”

Fyodor Lukyanov: Be that as it may, did that moment come?

Vladimir Putin: Which moment?

Fyodor Lukyanov: The moment when all that became impossible.

Vladimir Putin: Yes, of course. As soon as the Soviet Union fell apart, as I mentioned in my remarks, the aggressive NATO quarters, which Bahr mentioned, actually took that as a cue that Russia should not be included, as I said, into the family of civilised nations of Europe and the world. They used that situation to spur its disintegration. That is how it all started. It all started precisely with this.

They said that NATO would not expand eastwards – and immediately they broke that promise and started doing so. There were five or six waves of expansion. And the Soviet Union, and then Russia, kept saying: no, this should not be done; we had an agreement, after all. They did not care; they did as they saw fit, precisely in the direction Bahr had spoken about – towards isolating Russia and subsequently breaking up the Russian Federation.

There was support for separatism in the Caucasus, and, in fact, support using the instruments of terrorism. Those who were fighting there were terrorists. Everyone knew that they were from the Islamic State, from ISIS. Everyone condemned what they were doing in other parts of the world, but looked away when they did it in Russia. They acted as if they did not know about it, which is remarkable, and simply turned a blind eye.

In other areas as well, I vividly recall my discussions with representatives of international financial organisations and political circles at that time. My jaw literally dropped every time. There was clearly a deliberate strategy at play. That was all it took. Everything went downhill from there. This impunity and permissiveness on the part of the West – that is precisely where it all led.

Fyodor Lukyanov: In other words, when in the first half of the 2000s there were very intensive contacts with the Europeans, new ideas, the four common spaces, and so on – it was all hopeless, wasn’t it?

Vladimir Putin: You know, the forces in the West that sought to fight Russia to the end gained the upper hand, that’s all. I have said this before, and we all know – and criticise – the UN for its ineffectiveness, for this and for that. But where did it all begin? With NATO’s attack on Yugoslavia. Yes, there was a grave internal conflict. But did it warrant launching a military operation on the territory of an independent state in the heart of Europe without the sanction of the UN Security Council? Did it warrant bombing the capital, Belgrade? Why? Without any decision by the Security Council, without its sanction, a major war was unleashed. That's how it all started. Naturally, everyone around the world saw it. But if one country is allowed to do it, then everyone else is allowed to do it too. That's all there is to it.

The system that developed after World War II was based on the balance of power between the victorious countries. Then the Soviet Union was brought down, and this balance collapsed. And Western countries thought to themselves: “Why should we comply with these rules that were signed alongside the Soviet Union, when the Soviet Union no longer exists? We will now make the rules for ourselves, as we see fit, in order to achieve our interests in the international arena.” And that was that. And so the process began, and was implemented step by step.

I also remember Boris Yeltsin trying to reach an agreement on Yugoslavia, to resolve those problems, and he said that yes, of course, it was necessary to take into account the aspirations of the peoples living there – let us do it peacefully. Excuse my bluntness, but they didn’t give a damn. They did as they pleased, by force. And that was that. Every step after that has been a form of pressure – military, economic or financial. It is all talk from a position of strength.

To be continued.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΚΑΤΕΡΙΝΗ / ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ / Με Αγιασμό και ευχές για νέες επιτυχίες άνοιξε η νέα αγωνιστική χρονιά για τον ΑΙΟΛΟ (Βόλεϊ) Κατερίνης.

Δ.ΔΙΟΥ-ΟΛΥΜΠΟΥ / Η έλλειψη απαρτίας στις συνεδριάσεις τού Δ.Δίου-Ολύμπου, σημάδι έντονου προβληματισμού για τους Δημότες.

ΔΗΜΟΣ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ / Σαν σήμερα πριν 4 χρόνια! (Θυμάται και παρουσιάζει μικρό VIDEO ο Ανεξάρτητος Δημοτικός Σύμβουλος, Θωμάς Αναστασιάδης).

Δ.ΔΙΟΥ-ΟΛΥΜΠΟΥ / Ανώνυμος συντάκτης κειμένου στο μπλογκ «Λευτεριά» επιχειρεί να αποπροσανατολίσει τους δημότες του Δ.Δίου-Ολύμπου…

ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ / ΑΠΟΨΕΙΣ / Αυτό που λείπει από μια πραγματική αγροτική πολιτική δεν είναι οι «επιτυχίες» των προγραμμάτων που ανακοινώνει, αλλά το αποτέλεσμα που αφήνει στον τόπο! (Γράφει η Σημέλα Ελ. Ελευθεριάδου).

Προφητείες τού αγίου Κοσμά τού Αιτωλού που εκπληρώνονται στις μέρες μας.

Δ.ΔΙΟΥ-ΟΛΥΜΠΟΥ / Απάντηση του Συνδυασμού "ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ" στη δήλωση του Προέδρου του Δ.Σ. Δίου-Ολύμπου.

Δ.ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ / Ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τη ΔΕΥΑΚ σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία.

Δ.ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ / ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ / Σημέλα Ελευθεριάδου: Η πτώση του πλατάνου στο Πάρκο Κατερίνης φέρνει στο προσκήνιο την ασφάλεια των πολιτών, την επιστημονική παρακολούθηση και τη διαχείριση του αστικού πρασίνου.